- φρυαγματίας
- φρυαγματίας, ὁ, ein schnaubendes, unbändiges, mutiges Roß; übertr., ein übermütiger Mensch; adj. wild, stolz
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
φρυαγματίας — φρυαγματίᾱς , φρυαγματίας hot tempered masc acc pl φρυαγματίᾱς , φρυαγματίας hot tempered masc nom sg (attic epic doric aeolic) φρυαγματίᾱς , φρυαγματίης masc acc pl φρυαγματίᾱς , φρυαγματίης masc nom sg (attic epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυαγματίας — ὁ, Α 1. ατίθασο άλογο 2. ως επίθ. μτφ. αυθάδης, αλαζονικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρύαγμα, άγματος + επίθημα ίας* (πρβλ. στιγματ ίας)] … Dictionary of Greek
φρυαγματίαν — φρυαγματίᾱν , φρυαγματίας hot tempered masc acc sg (attic epic doric aeolic) φρυαγματίας hot tempered masc acc sg φρυαγματίᾱν , φρυαγματίης masc acc sg (attic epic doric aeolic) φρυαγματίης masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυακτής — ὁ, Α [φρυάσσομαι, ω] φρυαγματίας* … Dictionary of Greek